Ανεξάρτητες Αρχές και ΟΠΕΚΕΠΕ: Οι Νέοι Κυβερνήτες χωρίς Ψηφοδέλτιο

Σε υψηλό επίπεδο αντιπαράθεσης εξακολουθεί να διενεργείται η εξεταστική της βουλής με αντικείμενο το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ. Είναι γεγονός ότι αυτή εξελίσσεται ακόμη μια φορά με στόχευση από τους συμμετέχοντες στο να αποκομιστούν κομματικά οφέλη, όμως παρά ταύτα επειδή η διαδικασία μεταδίδεται live, οι πολίτες που την παρακολουθούμε αποκομίζουμε γνώση περί των θεμάτων που δημιουργούν τη διαφθορά που αφορά όχι μόνο τον ΟΠΕΚΕΠΕ αλλά όλη τη δημόσια διοίκηση. Όπως τυγχάνει να μαθαίνουμε και τι σχεδιάζεται για αυτήν στο μέλλον, υποθέτοντας ότι οι διορθώσεις και οι λύσεις οργανωτικών θεμάτων που δοκιμάζονται θα γενικευτούν σε όλους τους τομείς του κράτους.

Η εξέταση του πρώην προέδρου κ. Αθανάσιο Καπρέλη προσέδωσε την πληροφορία ότι το 2019, σε διάλογο με τον τότε υπ. Αγροτικής Ανάπτυξης Μάκη Βορίδη, συζητήθηκε ως λύση για τα προβλήματα του οργανισμού η πιθανή μετατροπή του σε ανεξάρτητη αρχή. Το τι θα προέκυπτε από μια τέτοια διαδικασία θα το εξετάσουμε τώρα, άλλωστε τώρα αναλαμβάνει τον οργανισμό η ΑΑΔΕ, που και αυτή είναι μια ανεξάρτητη αρχή με την παγκόσμια πρωτοτυπία να μην έχει νομική προσωπικότητα.

Οι ανεξάρτητες αρχές είναι κατά βάση διοικητικοί μηχανισμοί χωρίς να είναι συνταγματικά κατοχυρωμένες (εκτός από πέντε κατοχυρωμένες. Υπάρχουν πάνω από τριάντα) σύμφωνα με το άρθρο 101Α του Συντάγματος, όπου τα στελέχη τους διορίζονται από τη βουλή, ενώ πλαγίως αυτό συμβαίνει από την κυβέρνηση σύμφωνα με την αρχή της δεδηλωμένης. Απολαμβάνουν ασυλίες κατά την άσκηση των καθηκόντων τους και είναι ανεξάρτητοι από πολιτικές παρεμβάσεις και έλεγχο από την κυβέρνηση. Στην περίπτωση αυτή του ΟΠΕΚΕΠΕ, οι πρόεδροι και τα στελέχη του θα λογοδοτούσαν τυπικά με υπομνήματα ενημέρωσης μόνο στη βουλή.

Αυτό που ωφελεί κατά τη θεσμική επίκληση προς τη δημιουργία και δράση των ανεξάρτητων αρχών είναι ότι αυτές δεν ελέγχονται από την εκτελεστική εξουσία. Άρα, πέραν της άμεσης παραδοχής ότι η διαφθορά είναι διάχυτη στο πολιτικό σύστημα και πρέπει να τεθεί υπό κηδεμονία, ο όρος «κυβέρνηση» μετατρέπεται σιγά σιγά σε έναν όρο διαδικαστικό, που τώρα χρησιμεύει μόνο για να δίνει τη νομιμοφάνεια στις ανεξάρτητες αρχές, αφού τις συστήσει με ένα ΦΕΚ. (Στην παρούσα κυβέρνηση, με τον νόμο του επιτελικού κράτους, δεν ισχύει αυτό. Όλα ελέγχονται μέσα από το Μαξίμου, το οποίο όμως θα έπρεπε να υπάγεται στον έλεγχο). Το σύστημα αυτό, για να λειτουργήσει, χρειάζεται την αναγνώριση κύρους από την πολιτεία (γι’ αυτό άλλωστε δεν ακούμε κανέναν να τις κατακρίνει παρά τα όσα κάνουν), στήριξη του κύρους αυτού βάζοντας στη στελέχωση άτομα που απολαμβάνουν σεβασμό και κύρος από τους πολίτες, όπως καθηγητές πανεπιστημίων, βραβευμένους κ.τ.λ., και το απαραίτητο συστατικό: την απόλυτη εμπιστοσύνη των πολιτών στην αδιάφθορη λειτουργία τους. Αυτό το τελευταίο μοιάζει με την ευχή που λέει παροιμιωδώς ο λαός, «έχει ο Θεός». Διότι όλο το σύστημα χρειάζεται την πίστη ότι λειτουργεί, και όχι να λειτουργεί σωστά. Διότι αν λειτουργήσει σωστά, το καθεστώς που διοικεί τώρα θα είναι υπόλογο των αδικιών που έπραξε και πράττει.

Τώρα, τι θα συνέβαινε αν ο καχεκτικός οργανισμός όπως ο ΟΠΕΚΕΠΕ είχε μετατραπεί ή ενσωματωθεί σε μια ανεξάρτητη αρχή εκείνη την εποχή του 2019, θα το εξετάσουμε. Εν αρχή θυμίζουμε τις ασυλίες για τα στελέχη του. Αυτό είναι και το πρώτο που έχει σημασία, διότι δρα νομικά στη διαδικασία δράσης και ελέγχου. Ο έλεγχος ουσιαστικά θα διενεργούνταν εσωτερικά της αρχής με απόλυτη εμπιστευτικότητα. Δεν θα υπήρχε πολιτικός μηχανισμός με αρμοδιότητα και δυνατότητα να κάνει έρευνα. Ο μηχανισμός πληρωμών, τα ονόματα των δικαιούχων, όπως και τα αποτελέσματα των ελέγχων, θα καλύπτονταν από θεσμικό απόρρητο, και επί της ουσίας δεν θα μαθαίναμε για το σκάνδαλο πριν περάσουν αρκετά χρόνια, ίσως και ποτέ, και με ελάχιστες πληροφορίες.

Η μετατροπή κρατικών μηχανισμών σε ανεξάρτητες αρχές εμφανίζεται με μοτίβο που ξεκινά από τη δημιουργία ή τη μετατροπή των οργανισμών. Συνεχίζει με την αφαίρεση από το πλαίσιο δράσης της κυβέρνησης του διοικητικού και ελεγκτικού καθήκοντος, με την επίκληση της τεχνοκρατικής ουδετερότητας και τιμιότητας που αναγνωρίζεται στα άτομα που προείπαμε, και στο τέλος επιτυγχάνεται η διασπορά της ευθύνης για τα επακόλουθα των άδικων πράξεων του μηχανισμού που θα συναντήσουν κοινωνική αντίδραση. Έτσι το πολιτικό σύστημα δεν φταίει ποτέ, ενώ οι πολίτες δεν μπορούν να κινηθούν νομικά κατά των ανεξάρτητων αρχών λόγω ασυλίας. Τέτοια παραδείγματα έχουμε ήδη, όπως είναι η ΑΑΔΕ, η Τράπεζα της Ελλάδος, η ΕΛΣΤΑΤ (που μαγείρεψε το χρέος της χώρας αλλά δεν τιμωρήθηκε κανείς), η Εθνική Αρχή Διαφάνειας (που ελέγχει ή δεν ελέγχει, ό,τι θέλει κάνει) κ.τ.λ. Είναι διαχειριστές της διαπλοκής, ώστε να μην αναλαμβάνει το πολιτικό σύστημα την ευθύνη. Επί της ουσίας, οι ανεξάρτητες αρχές διοικούν τη χώρα χωρίς να είναι εκλεγμένες ούτε αναγνωρισμένες συνταγματικά.

Εν τέλει, το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, αν αυτός ήταν ανεξάρτητη αρχή, θα είχε κουκουλωθεί σε εσωτερικά έγγραφα και εκθέσεις, ενώ εμείς δεν θα γνωρίζαμε ποτέ ότι με χρήματα κλεμμένα των αγροτών μας στηρίζεται ένα ολόκληρο σύστημα η εγκληματική οργανωμένη δράση, όπως τη χαρακτηρίζει η ευρωπαία εισαγγελέας. Η ζημιά έγινε στην αγροτική παραγωγή της χώρας. Τώρα πρέπει να πάμε στην ανοικοδόμηση. Αλλά παράλληλα με την ανοικοδόμηση του αγροτικού τομέα πρέπει να ανοικοδομηθεί και η πολιτεία. Αυτή τη στιγμή συντελείται μια κλοπή της ισχύος και της βούλησης του πολίτη, που μεταβιβάζεται σε μη εκλεγμένα άτομα μέσω δημιουργίας ιδιοτήτων, που απλώς ένα σύστημα τους προσέδωσε κύρος μέσω της αναγνώρισης ή της διαφήμισής τους.

Η λύση του προβλήματος είναι η δημοκρατία και η εφαρμογή της, που πρέπει να λειτουργεί με πρωτόκολλα και όχι σύμφωνα με τη θέληση και το συμφέρον κάποιων προσώπων που στελεχώνουν θεσμικούς τομείς διοίκησης. Κάθε ανεξαρτησία αρχής παύει. Θα πρέπει τα στελέχη που στελεχώνουν κρατικούς τομείς και μηχανισμούς να δίνουν αναφορά στους πολίτες για τα πεπραγμένα τους. Να λαμβάνουν απευθείας τις εντολές τους από τους εκλεγμένους εκπροσώπους και τις εκλεγμένες αποφάσεις των πολιτών. Η συνείδηση κάθε ανθρώπου και πολίτη γίνεται σεβαστή, αλλά όταν αυτός στελεχώνει ιδιότητα, αυτό δεν μπορεί να αναγνωριστεί ως θέσφατο ικανότητος και λειτουργικότητος για θέση διοίκησης ή και δικαιοσύνης. Έτσι όμως διοικούν και δικάζουν σήμερα αυτοί που κάθονται στις καρέκλες που εμείς πληρώνουμε.

Κατά συνείδησιν ο πρόεδρος, κατά συνείδησιν ο πρωθυπουργός, ο βουλευτής έχει γίνει ον με χειραγωγήσιμη βούληση από τον ευσυνείδητο πρωθυπουργό, ο δικαστής κατά συνείδησιν και ο πολίτης ασυνείδητος; Αυτό που χρειαζόμαστε είναι πρωτόκολλα, ένα Ελλάνιο Aξιακό σύστημα και δεύτερον να ξαναμάθουμε να λειτουργούμε με αυτά. Η δημοκρατία δεν θα λειτουργήσει από τις ανεξάρτητες αρχές, αλλά από την αδέσμευτη συνείδηση του πολίτη που λειτουργεί με το πρωτόκολλο αξιών. Όλα ξεκινούν από τον πολίτη και σε αυτόν καταλήγουν. Επομένως, όλη η διαδικασία της πολιτείας, είτε εκτέλεσης δράσεων είτε ελέγχου και επίβλεψης, πρέπει να λαμβάνει ως γνώμονα τον υπέρτατο άρχοντα που είναι η συλλογικότητα των πολιτών.

Η πολιτική ευθύνη πρέπει να πάψει να είναι κάτι χωρίς αντίκρισμα και να αποκτήσει και ποινική διάσταση. Οι δε ασυλίες θυμίζουν τα καθρεφτάκια και το «πιάσε κόκκινο» που παίζαμε μικροί. Και θεωρούμε ότι εφόσον είμαστε ενήλικοι άνθρωποι με νόηση, δεν μας αρμόζει αυτή η συμπεριφορά από τις πολιτικές διοικήσεις μας.

DimLoup

ΜΗΠΩΣ ΣΑΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙ ΚΑΙ ΑΥΤΟ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *