Οι πολιτικές και οικονομικές αποφάσεις που επηρεάζουν τη ζωή των πολιτών συχνά παρουσιάζονται ως τεχνικά ή εξειδικευμένα ζητήματα, με αποτέλεσμα να περνούν απαρατήρητες από το ευρύ κοινό. Η συμφωνία ΕΕ–Mercosur είναι ένα τέτοιο δειγμα. Παρότι χαρακτηρίζεται ως εμπορική συμφωνία, οι επιπτώσεις της δεν περιορίζονται στο εμπόριο, αλλά επεκτείνονται στη γεωργία, στη διατροφική ασφάλεια, στο κόστος ζωής και στη μακροπρόθεσμη οικονομική βιωσιμότητα της χώρας.

Το ζήτημα δεν είναι αν αυξάνονται οι εμπορικές ροές, αλλά αν η δομή της συμφωνίας εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον. Η ανάλυση των δεδομένων δείχνει ότι τα οφέλη και τα βάρη δεν κατανέμονται ισόρροπα, γεγονός που καθιστά αναγκαία την εξέταση της συμφωνίας με όρους λογικής, κόστους–οφέλους και στρατηγικής αυτάρκειας.

Παρότι η συμφωνία υπογράφηκε από την Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, έχει τεθεί υπό σοβαρή αμφισβήτηση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Η παραπομπή της στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο καταδεικνύει ότι δεν πρόκειται για μια αδιαμφισβήτητη επιλογή, αλλά για μια συμφωνία που ενδέχεται να συγκρούεται με τα ευρωπαϊκά πρότυπα σε ζητήματα κλιματικής πολιτικής, περιβαλλοντικής προστασίας και ασφάλειας των τροφίμων.

Ο πυρήνας του προβλήματος εντοπίζεται στον αγροτικό τομέα. Στις χώρες της Mercosur, η αγροτική παραγωγή πραγματοποιείται με σημαντικά χαμηλότερο κόστος, καθώς επιτρέπονται πρακτικές και ουσίες που στην Ευρωπαϊκή Ένωση απαγορεύονται ρητά. Πάνω από 3.000 χημικές ουσίες, απαγορευμένες στην Ε.Ε. για λόγους υγείας και περιβάλλοντος, χρησιμοποιούνται κανονικά στις χώρες αυτές, αυξάνοντας την παραγωγή και μειώνοντας το ρισκο για τον παραγωγό.

Το αποτέλεσμα είναι ένας ξεκάθαρα άνισος ανταγωνισμός. Οι Ευρωπαίοι αγρότες καλούνται να τηρούν αυστηρά πρότυπα, με αυξημένο κόστος, ενώ τα εισαγόμενα προϊόντα θα ανταγωνίζονται στις ίδιες αγορές χωρίς αντίστοιχες υποχρεώσεις. Η άμεση συνέπεια μιας τέτοιας συνθήκης είναι η συρρίκνωση και σε βάθος χρόνου, η κατάρρευση της ευρωπαϊκής αγροτικής παραγωγής.

Η κατάρρευση του αγροτικού τομέα δεν είναι απλώς ένα οικονομικό ζήτημα. Συνιστά απώλεια κυριαρχίας, καθώς καθιστά την Ευρωπαϊκή Ένωση εξαρτημένη από τρίτες χώρες για τη βασική διατροφική επάρκεια του πληθυσμού της. Σε μια εποχή διεθνών κρίσεων, πολεμικών συγκρούσεων και κλιματικής αστάθειας, η εξάρτηση αυτή μετατρέπεται σε στρατηγικό κίνδυνο.

Τα εμπορικά ισοζύγια μεταξύ της Ε.Ε. και της Mercosur είναι έντονα ελλειμματικά για την Ευρώπη. Το έλλειμμα αυτό επιχειρείται να καλυφθεί μέσω εξαγωγών βιομηχανικών προϊόντων, μηχανημάτων και χημικών, κυρίως από τη γερμανική βιομηχανία. Αντιθέτως, οι εισαγωγές αφορούν κατά κύριο λόγο αγροτικά προϊόντα.

Με τον τρόπο αυτό, οι χώρες της περιφέρειας της Ε.Ε., των οποίων η οικονομία στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στον πρωτογενή τομέα, θυσιάζονται προκειμένου να στηριχθεί η βιομηχανική «ατμομηχανή» της Ευρώπης. Πρόκειται για μια έμμεση μεταφορά πλούτου μέσω τριγωνικών συναλλαγών, που εντείνει τις ήδη υπάρχουσες ανισότητες στο εσωτερικό της Ένωσης.

Στην περίπτωση της Ελλάδας, η στήριξη της συμφωνίας βασίστηκε στο επιχείρημα ότι θα ανοίξουν νέες αγορές για ποιοτικά ελληνικά προϊόντα, όπως η φέτα, οι ελιές Καλαμών και ορισμένα κρασιά. Ωστόσο, οι οικονομίες των χωρών της Mercosur δεν διαθέτουν την αγοραστική δύναμη που απαιτείται για τη μαζική κατανάλωση τέτοιων προϊόντων υψηλού κόστους.

Στην πράξη, ο μόνος κλάδος που αναμένεται να ωφεληθεί είναι οι μεταφορές, δηλαδή οι εφοπλιστές και οι τράπεζες που χρηματοδοτούν τη ναυτιλία. Οι Έλληνες αγρότες, αλλά και οι ναυτικοί, δεν συγκαταλέγονται στους ωφελούμενους αυτής της συμφωνίας.

Η αγροτική παραγωγή στις χώρες της Mercosur έχει σε μεγάλο βαθμό περάσει στα χέρια μεγάλων επενδυτικών κεφαλαίων. Η γη και η παραγωγή τροφής μετατρέπονται σε χρηματοπιστωτικά εργαλεία, με αποκλειστικό γνώμονα το κέρδος. Με αυτόν τον τρόπο, τόσο οι παραγωγοί όσο και οι καταναλωτές μετατρέπονται σε ομήρους των αγορών και των κεφαλαίων.

Ο ευρωπαϊκός Νότος παραμένει ένα από τα τελευταία σημεία όπου η αγροτική γη και η παραγωγική διαδικασία βρίσκονται ακόμη σε φυσικα προσωπα και οχι σε πολυεθνικες. Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι πριν από κάθε μεταβίβαση πλούτου προηγείται υποτίμηση, οικονομική πίεση και κρίση. Η συμφωνία Mercosur εντάσσεται σε αυτό το ευρύτερο πλαίσιο.

Η λύση δεν μπορεί να είναι μονοδιάστατη. Απαιτείται επαναπροσδιορισμός της έννοιας της ανάπτυξης με στόχο την αυτάρκεια, την ισορροπία μεταξύ βιομηχανίας και αγροτικής παραγωγής και την αντιμετώπιση των ελλείψεων ως πολιτικό πρόβλημα και όχι ως επιχειρηματική ευκαιρία. Οι εισαγωγές θα πρέπει να λειτουργούν συμπληρωματικά και όχι να υποκαθιστούν την εγχώρια παραγωγή.

Για την Ελλάδα, η συμφωνία ΕΕ–Mercosur δεν αποτελεί απλώς μια κακή εμπορική επιλογή, αλλά μια άμεση απειλή για τον πρωτογενή τομέα, τη διατροφική αυτάρκεια και την εθνική ασφάλεια τροφίμων. Η ελληνική οικονομία, με έντονη εξάρτηση από τη γεωργία, την κτηνοτροφία και τη μεταποίηση τροφίμων, δεν διαθέτει τα περιθώρια να αντέξει έναν τέτοιο αθέμιτο ανταγωνισμό.

Το αφήγημα ότι η χώρα μπορεί να επωφεληθεί μέσω εξαγωγών προϊόντων υψηλής ποιότητας αποδεικνύεται ανεδαφικό. Οι αγορές της Mercosur δεν έχουν την απαιτούμενη αγοραστική δύναμη, ενώ η απελευθέρωση των εισαγωγών θα πιέσει προς τα κάτω τις τιμές και θα οδηγήσει σε εγκατάλειψη της εγχώριας παραγωγής. Το αποτέλεσμα θα είναι η απώλεια παραγωγικής βάσης και η περαιτέρω εξάρτηση της χώρας από εισαγόμενα τρόφιμα.

Από τη μελέτη των επίσημων θέσεων και προγραμματικών δεσμεύσεων των πολιτικών φορέων και πολιτικών κομμάτων που δραστηριοποιούνται στον ελληνικό χώρο, προκύπτει ότι ξεκάθαρη, συγκροτημένη και πλήρως ανεπτυγμένη θέση για τον πρωτογενή τομέα έχει διατυπώσει μόνον ο πολιτικός φορέας της Ελλήνων Συνέλευσις. Η προσέγγισή της δεν περιορίζεται σε αποσπασματικές προτάσεις, αλλά συνιστά ένα ολοκληρωμένο μοντέλο ανάπτυξης με κεντρικό στόχο την αυτάρκεια, την ποιότητα και την ασφάλεια των τροφίμων.

Η γεωργική παραγωγή οργανώνεται στη βάση της αποκλειστικής χρήσης παραδοσιακών ελληνικών σπόρων σε ολόκληρη την επικράτεια, με την επανασύσταση και ενίσχυση του Ταμείου Ελληνικών Σπόρων. Παράλληλα, τίθεται σαφής στόχος το 60% της γεωργικής παραγωγής να καλύπτει τις εγχώριες ανάγκες, διασφαλίζοντας τη διατροφική επάρκεια της χώρας.

Κομβικό στοιχείο του σχεδίου αποτελεί ο απόλυτος έλεγχος της τροφικής αλυσίδας και η καθολική απαγόρευση γενετικά τροποποιημένων σπόρων και παραγώγων. Η Πολιτεία αναλαμβάνει την ευθύνη να παρέχει στους πολίτες τρόφιμα απαλλαγμένα από γενετικές παρεμβάσεις, τοξίνες και δηλητήρια, με καλλιεργητικές πρακτικές που ακολουθούν τις φυσικές αρχές της μητέρας φύσης και χρήση αποκλειστικά καθαρού νερού.

Η στήριξη της παραγωγής υλοποιείται μέσω μηχανισμών υποστήριξης για γεωργικές και κτηνοτροφικές μονάδες, με αξιοποίηση σύγχρονων τεχνολογιών που δεν αλλοιώνουν τη φυσικότητα της παραγωγής. Η λίπανση βασίζεται αποκλειστικά σε βιολογικά λιπάσματα και εδαφοβελτιωτικά που παράγονται εντός της ελληνικής επικράτειας, καθιστώντας την Ελλάδα πρότυπο πραγματικά βιολογικής παραγωγής.

Παράλληλα, δίνεται έμφαση στη βιομηχανική μεταποίηση των γεωργικών και κτηνοτροφικών προϊόντων, με εξαγωγές μόνο μεταποιημένων αγαθών, ώστε να παραμένει η προστιθέμενη αξία εντός της χώρας. Στην κτηνοτροφία τίθεται στόχος το 80% της εγχώριας κατανάλωσης να καλύπτεται από ελληνική παραγωγή, με οικολογικές ζωοτροφές, αναπαραγωγή ζώων της ελληνικής πανίδας και αυστηρή απαγόρευση ορμονών και αυξητικών παραγόντων.

Η Ελλάδα, ως χώρα των υδάτων, αξιοποιεί στρατηγικά τις υδατοκαλλιέργειες ιχθύων, οστράκων και μαλακίων, με σεβασμό στα οικοσυστήματα και παραγωγή υψηλής ποιότητας τροφίμων.

Τέλος, επανασχεδιάζεται πλήρως η σχέση παραγωγού–μεταφοράς–αποθήκευσης–διάθεσης, ώστε να εξασφαλίζεται αμεσότητα μεταξύ παραγωγού και καταναλωτή, υγιής ανταγωνισμός και αυστηρή εποπτεία των προδιαγραφών.

Η συμφωνία ΕΕ–Mercosur, όταν εξεταστεί με όρους δεδομένων και μακροπρόθεσμων συνεπειών, δεν συνιστά ουδέτερη ή αναπόφευκτη επιλογή. Δημιουργεί πιέσεις στον πρωτογενή τομέα, αυξάνει την εξάρτηση από εισαγόμενα τρόφιμα και μεταφέρει κρίσιμους τομείς παραγωγής εκτός εθνικού και ευρωπαϊκού ελέγχου.

Η εμπειρία δείχνει ότι χώρες που εγκαταλείπουν τη διατροφική τους αυτάρκεια χάνουν βαθμούς ελευθερίας σε περιόδους κρίσεων. Αντιθέτως, η επένδυση στην εγχώρια παραγωγή, στον έλεγχο της τροφικής αλυσίδας και στη μεταποίηση δημιουργεί σταθερότητα, θέσεις εργασίας και ανθεκτικότητα της οικονομίας.

Η ενημέρωση και η κατανόηση τέτοιων συμφωνιών δεν αποτελούν ιδεολογική στάση, αλλά πράξη ορθολογικής συμμετοχής. Οι πολίτες που γνωρίζουν πώς λαμβάνονται οι αποφάσεις και ποιες είναι οι συνέπειές τους, μπορούν να απαιτήσουν πολιτικές που υπηρετούν το συλλογικό συμφέρον. Σε ζητήματα τροφής, παραγωγής και αυτάρκειας, η λογική οδηγεί σε ένα συμπέρασμα: η αδιαφορία κοστίζει περισσότερο από τη συμμετοχή.

ΜΗΠΩΣ ΣΑΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙ ΚΑΙ ΑΥΤΟ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *