Η πρόσφατη τοποθέτηση του πρωθυπουργού κ. Μητσοτάκη, στο πλαίσιο του ”AI Impact Summit”, στο Διεθνές Εκθεσιακό Κέντρο Bharat Mandapam, στο Νέο Δελχί για την Τεχνητή Νοημοσύνη, ανέδειξε ένα κρίσιμο ζήτημα : τα οφέλη κάθε τεχνολογικής επανάστασης δεν διαχέονται αυτόματα στην κοινωνία. Η ιστορία δείχνει ότι η παραγωγή πλούτου δεν συνεπάγεται με την δίκαιη κατανομή του.

Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν η Τεχνητή Νοημοσύνη θα δημιουργήσει πλούτο, αυτό θεωρείται σχεδόν βέβαιο, το ερώτημα είναι ποιος θα καρπωθεί αυτόν τον πλούτο.

Αποδεδειγμένα ιστορικά κάθε βιομηχανική επανάσταση υποσχέθηκε πρόοδο, ευημερία και μείωση των ανισοτήτων. Στην πράξη όμως, η πρώτη φάση κάθε μετάβασης συνοδεύτηκε από συγκέντρωση ισχύος και κεφαλαίου σε χέρια λίγων. Οι εργαζόμενοι χρειάστηκε να διεκδικήσουν δικαιωμάτα, οι κοινωνίες να θεσπίσουν νόμους και τα κράτη να παρέμβουν για να ισορροπήσουν τις ανισότητες που δημιουργήθηκαν.

Η Τεχνητή Νοημοσύνη διαθέτει μια ιδιαιτερότητα, είναι ένα εργαλείο θα λέγαμε, που λειτουργεί με δεδομενα, αλγόριθμους και υπολογιστική ισχύ που συγκεντρωνονται σε λίγες μεγάλες εταιρείες όπως η Google, η Amazon και η Meta αλλά και σε κρατικούς μηχανισμούς.

Αυτό δημιουργεί τον κίνδυνο περαιτέρω συγκέντρωσης εξουσίας και ελέγχου, καθώς η αξία της βασίζεται στην ιδιοκτησία των δεδομένων, στον έλεγχο των αλγορίθμων και στην πρόσβαση σε υπολογιστικές δομές μεγάλης κλίμακας.

Αυτό σημαίνει ότι ο πλούτος μπορεί να συγκεντρωθεί ακόμη πιο γρήγορα και σε ακόμη λιγότερα χέρια, αν οι υποδομές και τα μοντέλα παραμείνουν ιδιωτικά και συγκεντρωτικά. Τότε η υπεραξία θα κατευθυνθεί προς όσους ελέγχουν την τεχνολογία και όχι απαραίτητα προς την κοινωνία που την χρησιμοποιεί.

Η τεχνολογία από μόνη της δεν είναι μηχανισμός κοινωνικής δικαιοσύνης, είναι εργαλείο και το πως χρησιμοποιείται εξαρτάται από τις πολιτικές, θεσμικές επιλογές αλλά και από την ίδια την κοινωνία. Το κρίσιμο ερώτημα λοιπόν, είναι αν η αύξηση της παραγωγικότητας, θα μεταφραστεί σε καλύτερους μισθούς, σε λιγότερες ώρες εργασίας, σε ισχυρότερες δημόσιες υπηρεσίες και εν γένει σε κοινωνική ευημερία ή αν θα μεταφραστεί απλώς σε υψηλότερες χρηματιστηριακές αποτιμήσεις και περαιτέρω συσσώρευση ισχύος.

Δεν είναι αβάσιμη η ανησυχία ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να μετατραπεί σε μηχανισμό μαζικής επιτήρησης. Η δυνατότητα ανάλυσης συμπεριφορών, προσώπων και προτύπων σε πραγματικό χρόνο δημιουργεί μια πρωτοφανή ισχύ ελέγχου. Σε ένα τέτοιο σενάριο, η κοινωνία θα μπορούσε να προσεγγίσει τη δυστοπική πραγματικότητα που περιγράφεται στο 1984 του George Orwell, όπου η τεχνολογία λειτουργεί ως μέσο καθολικής επιτήρησης και περιορισμού της ελευθερίας.

Εκτός από το «οργουελικό» ενδεχόμενο, η ανάπτυξη της απαιτεί τεράστιες επενδύσεις, ενεργειακούς πόρους και υποδομές δεδομένων. Ηδη εκφράζονται φόβοι για υπερτιμημένες αγορές και πιθανή χρηματιστηριακή φούσκα. Παράλληλα τα data centers καταναλώνουν σημαντικές ποσότητες ενέργειας και νερού για ψύξη των μηχανημάτων.

Εύλογα γεννάται το ερώτημα, αν αυτή η επένδυση θα αποδώσει κοινωνικό όφελος ή αν θα μετατραπεί σε μηχανισμό ανακύκλωσης κεφαλαίου χωρίς πραγματική βελτίωση της ζωής των πολιτών, καθώς δεν μπορεί μια προηγμένη τεχνολογία όπως η Τεχνητή Νοημοσύνη να αποδώσει σε δομές που υπολειτουργούν ή είναι αποδιοργανωμενες.

Η Τεχνητή Νοημοσύνη είναι πολλαπλασιαστής αποτελεσματικότητας, δεν υποκαθιστα τις βασικές δομές. Σε ένα νοσοκομείο μπορεί να βοηθήσει στην διάγνωση, στην βελτιστοποίηση του ραντεβού, στην πρόβλεψη αναγκών σε φάρμακα και κλίνες. Αν όμως δεν υπάρχει επάρκεια σε γιατρούς, δεν υπάρχει ψηφιοποίηση σε φακέλους, δεν υπάρχουν αξιόπιστα δεδομένα, σε ποιο σύστημα θα πατήσει αφού λειτουργεί σε οργανωμένες ροές; Χωρίς αυτά παραμένει θεωρητική δυνατότητα.

Στον χώρο της εκπαίδευσης μπορεί να βοηθήσει σε μια εξατομικευμένη μάθηση, μπορεί να υποστηρίξει εκπαιδευτικούς. Αλλά αν οι τάξεις είναι υπερφορτωμένες, οι εκπαιδευτικοί είναι εξαντλημένοι, οι βασικές ψηφιακές δεξιότητες περιορισμένες, δεν θα διορθώσει το πρόβλημα, θα το καλύψει επιφανειακά.

Η εφαρμογή της Τεχνητής Νοημοσύνης σε αποδυναμωμένες δομές δεν είναι αδύνατη αλλά χωρίς θεσμική ανασυγκρότηση κινδυνεύει να είναι αναποτελεσματική ή και αντιπαραγωγική. Αν θέλουμε πραγματικά να υπηρετήσει την κοινωνία, πρέπει πρώτα να χτίσουμε υγιείς θεσμούς, διαφορετικά θα προσπαθήσουμε να τοποθετήσουμε ένα υπερσύγχρονο σύστημα πάνω σε θεμέλια που τρίζουν και θα γίνει άλλο ένα σύμβολο προόδου σε μια πραγματικότητα που παραμένει στάσιμη.

Ίσως το βαθύτερο ερώτημα που θα πρέπει να τεθεί σε όλους μας είναι γιατί, αν η ισότητα και η δικαιοσύνη αποτελούν διαχρονικά αιτήματα, δεν έχουν επιτευχθεί μέχρι σήμερα; Η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν είναι εργαλείο που θα διορθώσει τις ανθρώπινες αδυναμίες από μόνη της. Η ισοπολιτεία και η ισονομία δεν παράγονται από υπολογιστική ισχύ αλλά από ενεργή πολιτική βούληση και συμμετοχή των πολιτών. Η ισοπολιτεία δεν είναι αφηρημένη έννοια είναι θεμέλιο οργάνωσης της πολιτείας, ένα σύνολο μηχανισμών που εξασφαλίζουν ότι οι πολίτες αντιμετωπίζονται με ισότητα και ότι η σχέση πολίτη–πολιτείας είναι αμοιβαία και όχι μονομερής. Καμία μηχανή δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη φιλοτιμία, την ευθύνη και την ενεργό συμμετοχή του πολίτη στην κοινότητα.

Πριν η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορέσει να λειτουργήσει ως εργαλείο ευημερίας, ο ίδιος ο πολίτης, ως νοήμον ον, πρέπει να ενεργοποιηθεί. Η πρώτη του υποχρέωση είναι η έρευνα βάσει λογικής, η συλλογή τεκμηριωμένων στοιχείων και η εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων μέσω αποδεικτικής διεργασίας. Μόνο όταν η λογική και η γνώση του πολίτη καθοδηγούν την δράση του, η τεχνολογία μπορεί να ενισχύσει την ισοπολιτεία και όχι να την καταστρέψει.

Συμπερασματικά η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν είναι ούτε σωτήρας ούτε απειλή από μόνη της. Μπορεί να ενισχύσει την ελευθερία ή να βαθύνει τον έλεγχο, να μειώσει ανισότητες ή να τις μεγαλώσει. Το αποτελεσμα θα εξαρτηθεί από τις επιλογές και την ενεργό συμμετοχή των κοινωνιών. Αν οι πολίτες απαιτήσουν πραγματική ισοπολιτεία, αν οι θεσμοί λειτουργήσουν με διαφάνεια και αν η τεχνολογία αντιμετωπιστεί ως δημόσιο εργαλείο και όχι ως μηχανισμός κυριαρχίας, τότε και μόνο τότε η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να συμβάλει σε μια δίκαιη μετάβαση. Διαφορετικά κινδυνεύει να γίνει ακόμα  ένα όπλο μαζικής καταστροφής στα χέρια των επικυρίαρχων, επαναλαμβάνοντας τα μοτίβα συγκέντρωσης δύναμης και εξουσίας που χαρακτήρισαν και τις προηγούμενες επαναστάσεις.

Η πρόκληση, τελικά, δεν είναι τεχνολογική είναι βαθιά πολιτική και ανθρωπολογική. Θα παραμείνει ο άνθρωπος δημιουργός της τεχνολογίας η θα μετατραπεί σε αντικείμενο της; Και η απάντηση ξεκινά πρώτα από την ενεργοποίηση και την λογική του ίδιου πολίτη.

Λανίκη Κοκοσάλη

ΜΗΠΩΣ ΣΑΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙ ΚΑΙ ΑΥΤΟ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *