Μια αποκόλληση στην τοιχογραφία με τα δελφίνια του ανακτόρου της Κνωσσού στις 16 Μαΐου 2025, στάθηκε αρκετή για να αναζωπυρώσει ένα βαθύτερο ερώτημα. Πόσο ασφαλής είναι η πολιτιστική μας κληρονομιά; Το περιστατικό της αποκόλλησης αποδόθηκε σε υγρασία, ανεπαρκή συντήρηση και ισχυρούς ανέμους και προκάλεσε κύμα αντιδράσεων και ανησυχίας σε επιστήμονες, πολίτες και φορείς. Αναδείχθηκαν έτσι με τον πιο οδυνηρό τρόπο τα χρόνια προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι αρχαιολογικοί χώροι στη χώρα.
Η τοιχογραφία που υπέστη ζημιά ήταν αντίγραφο της δεκαετίας του 1960. Το πρωτότυπο φυλάσσεται με ασφάλεια στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου. Ωστόσο η απώλεια του αντιγράφου δεν μειώνει τη σημασία του συμβάντος. Το περιστατικό δεν πλήττει μόνο ένα μνημείο αλλά αγγίζει την ίδια την έννοια της φροντίδας που δείχνουμε απέναντι στην ιστορία μας. Η Κνωσός, τόπος σύμβολο του Μινωικού πολιτισμού, δεν αποτελεί απλώς έναν τουριστικό προορισμό. Είναι ένα από τα θεμέλια της ανθρώπινης πολιτισμικής εξέλιξης σε διεθνή κλίμακα. Ας αναλογιστούμε ότι την εποχή που άκμασε ο Μινωικός πολιτισμός, τεχνικά και πολιτιστικά έχουμε γεγονότα όπως την ανάπτυξη γραφής (Γραμμική Β), της ανεπτυγμένης αρχιτεκτονικης, της πολιτισμικής και της ισότιμης κοινωνικής θέσης της γυναίκας. Επίσης έχουμε και ανεπτυγμένη τεχνογνωσία όπως τα πλήρη υδραυλικά και αποχετευτικά συστήματα και την ενδοδαπέδια θέρμανση. Όλα αυτά σε μια περίοδο που ο μέσος όρος των υπολοίπων λαών παγκοσμίως, ήταν σε μια σκληρή προσπάθεια επιβίωσης με τις όποιες ελάχιστες δυνατότητες κατείχε πολιτισμικά τότε.
Παρά τη διεθνή ακτινοβολία τους, πολλοί αρχαιολογικοί χώροι στην Ελλάδα εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν προβλήματα συντήρησης, υποστελέχωσης προσωπικού και έλλειψης υποδομών. Στην περίπτωση της Κνωσού σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, υπάρχουν ήδη εγκεκριμένες μελέτες αποκατάστασης και συντήρησης. Ωστόσο, η έναρξη των σχετικών εργασιών δεν έχει καν ανακοινωθεί. Η χρονική καθυστέρηση προκαλεί ερωτήματα, ιδίως αν λάβει κανείς υπόψιν ότι ο αρχαιολογικός χώρος της Κνωσού συγκέντρωσε το 2024 περισσότερους από 1 ένα εκατομμύριο επισκέπτες, αποφέροντας έσοδα άνω των 11 εκατομμυρίων ευρώ. Οι αριθμοί αυτοί φανερώνουν ότι οι οικονομικοί πόροι δεν αποτελούν το βασικό εμπόδιο. Το ζήτημα είναι η συνέπεια, ο σχεδιασμός, η πολιτιστική ευαισθησία στη διαχείριση των μνημείων και επομένως η έλλειψη πολιτικής βούλησης.
Όπως σημειώνουν ειδικοί της πολιτιστικής διαχείρισης, «η μνήμη ενός λαού δεν προστατεύεται μόνο με κονδύλια, αλλά με την πολιτική και την ηθική του βούληση να τη διατηρήσει ζωντανή».
Μόνο αν συγκρίνουμε το χθες με το σήμερα θα μπορέσουμε να καταλάβουμε πόσο έχουμε απομακρυνθεί από τις αξίες και το ένδοξο επίπεδο που είχαμε κάποτε. Μόνο το παρελθόν και η ιστορία μας μπορούν να μας δώσουν τη δύναμη και να μας δείξουν και πάλι το δρόμο για μια νέα αρχή. Γιατί μέσα από τη γνώση και τη δημιουργία, μπορούμε να δείξουμε ξανά σε ολόκληρο τον κόσμο την πραγματική θέση και αξία του ανθρώπου.
Όμως για να συμβεί αυτό χρειάζεται να ενώσουμε τις φωνές μας και τις αποφάσεις μας σε μια κοινή διαδρομή. Όλοι όσοι νιώθουν συγκίνηση και δέος βλέποντας τα αρχαία μνημεία αλλά και όσοι πονούν με εικόνες εγκατάλειψης των μνημείων και κτερισμάτων, πρέπει να ενωθούμε. Γιατί το τότε με το τώρα, οι αρχαίοι (αρχή) με τους σύγχρονους, είναι ένα. Το μεγαλείο των προγόνων μας, τα μηνύματα που άφησαν σε ναούς και σε έργα τους ήταν πάντα εδώ, αρκεί εμείς να τα αφουγκραστούμε. Επομένως κρίνεται αναγκαία η ένωσή μας σε μια νομική οντότητα που θα προβεί σε συγκεκριμένες ενέργειες για την ανάδειξη και προστασία της πολιτιστικής μας κληρονομιάς.
Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να δημιουργηθεί μια επιτροπή που θα καταγράφει και θα αναδεικνύει όλους τους αρχαιολογικούς χώρους της Ελλάδας (οι οποίοι υπολογίζονται σε πάνω από 30.000). Οι αρχαιολογικοί χώροι θα πρέπει να πάψουν να αποδίδουν τα έσοδά τους, σε αποπληρωμές χρεών και τοκοχρεολυσίων της χώρας. Η αυτοχρηματοδότηση για τη συντήρηση και την προστασία τους θα προέλθει από μια ορθή διαδικασία, διαχείρισης και οικονομικής αυτοσυντήρησης. Με έσοδα που όλοι οι αρχαιολογικοί χώροι δημιουργούν ετησίως στο σύνολό τους στην επικράτεια της χώρας. Έτσι, θα μπορούν να ξεκινήσουν άμεσα οι εργασίες συντήρησης, προστασίας και ανάδειξής τους.
Παράλληλα, οι χώροι αυτοί θα στελεχωθούν με το ανθρώπινο δυναμικό όπου υστερεί, που θα δείχνουν απόλυτο σεβασμό στα μνημεία και στα εκθέματα. Το ίδιο πνεύμα θα επικρατεί και στη διοίκηση τόσο των χώρων όσο και της χώρας. Αυτή θα πρέπει να είναι αμιγώς ελληνική, με στελέχη που θα προέρχονται από την ίδια τη βάση, δηλαδή από το Ελληνικό Έθνος. Μόνο έτσι θα μπορούν να αναγνωρίσουν και να τιμήσουν την πραγματική σημασία της Ελληνικότητας.
Όταν όλοι κατανοήσουμε τη σπουδαιότητα της ιστορίας μας, θα δημιουργηθεί η αναγκαιότητα για υπερσύγχρονα μουσεία, ικανά να προστατεύσουν εκθέματα που σήμερα κινδυνεύουν από καιρικές συνθήκες, αρχαιοκαπηλία και άλλες δυσμενείς συνθήκες. Τα εκθέματα αυτά θα φυλάσσονται με ασφάλεια και θα πρέπει να είναι προσβάσιμα χωρίς αντίτιμο σε όλους τους Έλληνες πολίτες.
Η διαφύλαξη της πολιτισμικής μας κληρονομιάς συνιστά ταυτόχρονα προστασία της ίδιας μας της ταυτότητας και της ύπαρξής μας, καθώς μέσα από αυτήν αντλούμε το νόημα και την αποστολή της ευδαιμονίας μας, διαφωτίζοντας το μέλλον των επόμενων γενεών, του τόπου μας και ολόκληρης της ανθρωπότητας, η οποία πάντα προσέρχεται στον ιερό αυτό χώρο για να τον θαυμάσει, να τον τιμήσει και να εκφράσει τον βαθύ της σεβασμό.
Η εικόνα μιας ραγισμένης τοιχογραφίας στην Κνωσό είναι ίσως πιο συμβολική απ’ όσο φαίνεται. Μας υπενθυμίζει ότι η φθορά του παρελθόντος δεν είναι μόνο φυσική, είναι και πολιτισμική. Κάθε ρωγμή πάνω σε ένα μνημείο είναι και μια ρωγμή στη συλλογική μας μνήμη. Η πρόκληση επομένως, δεν είναι απλώς να αποκαταστήσουμε την τοιχογραφία, αλλά να επανασυνδεθούμε με εκείνη την ιστορική συνέχεια που δίνει νόημα στην έννοια του υφιστάμεθα αντάξιοι και γιατί όχι, βέλτιστοι των προγόνων μας.
ΔΙΟΔΩΡΟΣ

